καταπάγιος
καταπάγιος, solidly built, fixed
καταπάγιος [πᾰ], ον,
- solidly built, of persons, Sor. 1.34; fixed, cf. καταπάγιον (-πάτιον cod.): ἀσαλές, ἢ ἀθροῦν, Hsch. Adv. -ίως constantly, πόλιν κ. οἰκεῖν Isoc. 15.156.