καταπαγκρατιάζω
καταπαγκρατιάζω, conquer in the παγκράτιον
καταπαγκρᾰτιάζω,
- conquer in the παγκράτιον, Ph. 1.681; τινα Id. 2.348.
κατα·παγκρατιάζω [ρᾰ] vaincre au pancrace, Phil. 1, 681 ; 2, 348.
Étym. κ. παγκράτιον.
καταπαγκρατιάζω, im Pankration besiegen, Philo.