καταπαιγμός
καταπαιγμός, mockery
καταπαιγμός, ὁ,
- mockery, Apollon. Lex. s.v. μωμήσονται.
καταπαιγμός, ὁ, Verspottung, Apoll. I. H. v. μωμήσονται.
καταπαιγμός, mockery