καταπαλταφέτης
καταπαλταφέτης, artilleryman
καταπαλτ-αφέτης, ου, ὁ,
- artilleryman, IG 12(5).647.30, 22.665.27, al., (-πελτ-) Ph. Bel. 82.13.
καταπαλτ·αφέτης, καταπάλτης, καταπαλτικός, v. καταπελταφέτης, καταπέλτης, καταπελτικός.