καταπατάκτην
καταπατάκτην, trap-door
καταπᾰτάκτην, v.l. καταπατηκτην, prob. ff.ll. for καταπακτήν or καταπηκτήν (sc. θύραν)
- trap-door, i.e. dungeon, Aq. Je. 29(36).26.
καταπατάκτην, trap-door