καταχρώζω
καταχρώζω, to colour
κατα·χρώζω, c. le suiv. Anon.
Étym. Suid.
καταχρώζω, = καταχρώννυμι, erst bei Sp. im praes.
καταχρώζω
or -χρώννῡμι
fut. -χρώσω
- to colour:— Pass. to be stained, Eur.