κατεπάλληλος Save LSJ Pape κατεπ-άλληλος, ον, = ἐπάλληλος, κίνησις dub.l. in Sch. A.R. 3.1018. κατεπάλληλος, = ἐπάλληλος, Schol. Ap.Rh. 3.1018, l.d.