κατεστράφατο Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands κατεστράφατο, v. καταστρέφω. κατέσχεθον, v. κατέχω. κατεστράφατο, v. καταστρέφω. κατεστράφατο Ion. indic. plqperf. med. 3 plur. van καταστρέφω.