κατεστραμμένως
κατεστραμμένως, reversely
κατεστραμμένως, Adv., (καταστρέφω)
- reversely, Placit. 5.14.2.
κατεστραμμένως, adv. à la renverse, à rebours, Plut. M. 907b.
Étym. κατεστραμμένος, part. pf. pass. de καταστρέφω.
κατεστραμμένως, umgekehrt, Sp.