κατεσπουδασμένως
κατεσπουδασμένως, earnestly
κατεσπουδασμένως, Adv., (κατασπουδάζομαι)
- earnestly, Procop. Pers. 2.21.
κατεσπουδασμένως, sorgfältig, eifrig, Sp.
κατεσπουδασμένως, earnestly