κατεψευσμένως Save Bailly 2024 Pape κατεψευσμένως, adv. faussement, Orig. c. Cels. p. 302, 311. Étym. καταψεύδω. κατεψευσμένως, adv. zum perf. pass. von καταψεύδω, fälschlich, Sp.