κατηγορέω
κατηγορέω, κατηγορέω, speak against, accuse (+ gen. of person accused)
- speak against, esp. before judges, accuse, opp. ἀπολογέομαι, c. gen., Hdt. 2.113, 8.60, Lys. 14.21, Ar. Pl. 1073, etc.; τῆς πόλεως Pl. Mx. 244e: less freq. κατά τινος X. HG 1.7.9; κ. τινὸς πρὸς τὴν πόλιν denounce him publicly, Pl. Euthphr. 2c; κατηγόρεις [αὐτῶν] ὡς λέγοιεν you accused them of saying, D. 21.134, cf. X. HG 7.1.38; κ. τινὸς ὅτι . . ib. 1.7.17; τῶν ἱππέων ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς εἰς τὴν ἐκκλησίαν κατηγόρει D. 21.197; τῆς ἐμῆς [τύχης] κατηγορεῖς Id. 18.266, cf. Isoc. 3.4.
- 2 κ. τί τινος bring as a charge against a person, accuse him of it, δείνʼ ἔπη μου S. OT 514, cf. E. Or. 28, etc.; τῶν ἄλλων μωρίαν X. Mem. 1.3.4; ὃς ἐμοῦ Φιλιππισμὸν κατηγορεῖ D. 18.294; κ. τι κατά τινος Hyp. Eux. 23; τινὸς περί τινος And. 1.110, Th. 8.85: c. inf., κ. τινὸς παθεῖν τι Pl. Grg. 482c: c. dupl. gen., παρανόμων κ. τινός D. 21.5.
- 3 c. acc. rei only, allege in accusation, Hdt. 2.113; μωρίαν ἐμήν E. Heracl. 418; τὴν πονηρίαν τῶν γονέων Pl. Prt. 346a; τὰ γεγονότα κ. Antipho 1.10, cf. Ar. V. 932, Ra. 996 (lyr.), Lys. 13.31, D. 19.9:—Pass., to be brought as an accusation against, κατηγορεῖτο τοὐπίκλημα τοῦτό μου; S. OT 529; ἀδικία πολλὴ κ. αὐτοῦ Th. 1.95; τὰ πρῶτά μου ψευδῆ -ημένα the first false charges brought against me, Pl. Ap. 18a, cf. Lys. 16.9; τὰ -ηθέντα Antipho 5.85, And. 1.24; τἀδικήμαθʼ ἃ κατηγορεῖται D. 21.136: impers., folld. by inf., σφέων . . κατηγόρητο μηδίζειν a charge had been brought against them that . ., Hdt. 7.205; κατηγορεῖτό τινος ὡς βαρβαρίζοι X. HG 5.2.35; κατηγορουμένου δʼ αὐτοῦ, ὅτι . . a charge being brought against him, that . ., ib. 3.5.25.
- b rarely in Pass., of the person, to be accused, οἱ κατηγορούμενοι And. 1.7, cf. Luc. Tim. 38 (s.v.l.).
- 4 abs., to be an accuser, appear as prosecutor, Ar. V. 840, 842, Pl. 917, Pl. Ap. 18e, etc.
- II signify, indicate, prove, c. acc. rei, [τὸ νεαρὸν] κ. τὴν ὀλιγοετίαν X. Cyr. 1.4.3, cf. Plu. QConv. 2.695d, Adam. 1.5, al.; ἀσθένειαν μᾶλλον ἢ δύναμιν Plot. 4.6.3; display, οἱ πολλὴν -οῦντες ἀπειροκαλίαν Luc. Nigr. 21: c. gen. pers., εὖ γὰρ φρονοῦντος ὄμμα σοῦ κατηγορεῖ A. Ag. 271, cf. E. Fr. 690, S. Aj. 907, etc.; ὠκύτητα κ. τοῦ κυνός Philostr. Im. 2.26.
- 2 folld. by relat., declare, assert, αὐτὸ κατηγορέει τὸ οὔνομα ὡς ἔστι Ἑλληνικόν Hdt. 3.115; κ. ὅτι . . Id. 4.189, Pl. Phd. 73b (impers.): abs., make a definite assertion, Id. Tht. 208b.
- III in Logic, predicate of a person or thing, τί τινος Arist. Cat. 3a19, al., Epicur. Fr. 250; κυρίως, καταχρηστικῶς κ., Phld. Po. 5.15; ἐναντίως ὑπὲρ τῶν αὐτῶν Id. Oec. p.60 J.: —more freq. in Pass., to be predicated of . ., τινος Arist. Cat. 2a21, APr. 26b9, al.; κατά τινος Id. Cat. 2a37; κατὰ παντὸς ἢ μηδενός Id. APr. 24a15: less freq. ἐπί τινος Id. Metaph. 998b16, 999a15; so later ἐφʼ ἑνὸς οἴονται θεοῦ ἑκάτερον τῶν ὀνομάτων -εῖσθαι D.H. 2.48; περί τινος Arist. Top. 140b37; τὸ κοινῇ -ούμενον ἐπὶ πᾶσιν Id. SE 179a8: abs., τὸ κατηγορούμενον the predicate, opp. τὸ ὑποκείμενον (the subject), Id. Cat. 1b11, cf. Metaph. 1043a6, al.; κατηγορεῖν καὶ -εῖσθαι to be subject and predicate, Id. APr. 47b1.
- 2 affirm, opp. ἀπαρνέομαι, ib. 41a10. Adv. κατηγορουμένως categorically, roundly, Phld. Ir. p.90 W.
1. aanklagen, een aanklacht indienen tegen, beschuldigen, met gen.:
2. onthullen, bewijzen:
3. filos. een bewering doen:
Strong 2723
to make accusation, accuse,
(a) in general: absol., Ro 2:15; c. gen. pers. (cl., WM, 254), Jo 5:45; irreg. c. acc. pers., Re 12:10;
(b) before a judge: absol., Ac 24:2, 19; c. gen. pers., Mt 12:10, Mk 3:2, Lk 6:7 11:54 (WH, txt., R, om.), 23:2, 10, Jo 8:[6], Ac 25:5 28:19; id. c. acc. rei (cl., but v. WM, 254), Mk 15:3, 4; c. gen. rei (Dem.), Ac 24:8 25:11; seq. περί, c. gen. rei (Thuc., viii, 85), Ac 24:13; c. acc. rei, seq. κατά c. gen. pers. (WM, § 28, 1), Lk 23:14. Pass. (Bl., § 54, 3), seq. ὑπό c. gen., Mt 27:12, Ac 22:30; ὁ κατηγορούμενος, Ac 25:16.†
- Ito speak against, to accuse, τινός Hdt.; κατά τινος Xen.
- 2κ. τί τινος, to state or bring as a charge against a person, accuse him of it, Hdt., Soph., etc.
- 3c. acc. rei only, to allege in accusation, allege, Lat. objicere, Eur., Xen., etc.:—Pass. to be brought as an accusation against, Soph., Thuc., etc.:—impers., c. inf., σφέων κατηγόρητο μηδίζειν a charge had been brought against them that they favoured the Medes, Hdt.; so, κατηγορεῖταί τινος ὡς βαρβαρίζει Xen.
- 4absol. to be an accuser, appear as prosecutor, Ar., Plat.
- IIto signify, indicate, prove, Lat. arguo, c. acc. rei, τι Xen.:c. gen. to tell of, Aesch.
-
…κολάζεσθαι ; ἐγὼ τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἠξίουν ἱκανὰ εἶναι τὰ κατηγορημένα · μέχρι γὰρ τούτου νομίζω χρῆναι κατηγορεῖν, ἕως ἂν θανάτου δόξῃ τῷ φεύγοντι ἄξια εἰργάσθαι. ταύτην γὰρ ἐσχάτην δίκην δυνάμεθα παρʼ αὐτῶν λαβεῖν. ὥστʼ…
Lysias, Speeches
-
…παύσασθαι λέγοντι · τοιαῦτα αὐτοῖς τὸ μέγεθος καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος εἴργασται, ὥστε μήτʼ ἂν ψευδόμενον δεινότερα τῶν ὑπαρχόντων κατηγορῆσαι, μήτε τἀληθῆ βουλόμενον εἰπεῖν ἅπαντα δύνασθαι, ἀλλʼ ἀνάγκη ἢ τὸν κατήγορον ἀπειπεῖν ἢ τὸν χρόνον ἐπιλιπεῖν. τοὐναντίον…
Lysias, Speeches
-
…τούτους δεινούς · ἀλλʼ ἐκεῖνοι δεινότεροι, ὦ ἄνδρες, οἳ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς ἐκ παίδων παραλαμβάνοντες ἔπειθόν τε καὶ κατηγόρουν ἐμοῦ μᾶλλον οὐδὲν ἀληθές, ὡς ἔστιν τις Σωκράτης σοφὸς ἀνήρ, τά τε μετέωρα φροντιστὴς καὶ τὰ ὑπὸ γῆς…
Plato, Apology
-
…Ξανθίππου τοῦδε ἡλικιῶται, οὐδὲν πρὸς τὸν πατέρα εἰσίν, καὶ ἄλλοι ἄλλων δημιουργῶν. τῶνδε δὲ οὔπω ἄξιον τοῦτο κατηγορεῖν · ἔτι γὰρ ἐν αὐτοῖς εἰσιν ἐλπίδες · νέοι γάρ. Πρωταγόρας μὲν τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα ἐπιδειξάμενος ἀπεπαύσατο τοῦ λόγου…
Plato, Protagoras
-
…, αὐτῶν θάνατον κατεψηφισμένους ἔσεσθαι, ὅσοι δʼ ἂν παρὰ τούτων δίκην λάβωσιν, ὑπὲρ αὐτῶν τιμωρίας πεποιημένους. παύσομαι κατηγορῶν. ἀκηκόατε, ἑωράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε · δικάζετε. Κατὰ Ἀγοράτου ἐνδείξεως προσήκει μέν, ὦ ἄνδρες δικασταί…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ἔγωγε τοῖς καταψηφισαμένοις μου καὶ τοῖς κατηγόροις οὐ πάνυ χαλεπαίνω. καίτοι οὐ ταύτῃ τῇ διανοίᾳ κατεψηφίζοντό μου καὶ κατηγόρουν, ἀλλʼ οἰόμενοι βλάπτειν · τοῦτο αὐτοῖς ἄξιον μέμφεσθαι. τοσόνδε μέντοι αὐτῶν δέομαι · τοὺς ὑεῖς μου, ἐπειδὰν…
Plato, Apology
-
…ἐπιθυμῶν, καὶ τῷ καλλίστῳ ὀνόματι χρώμενος δεινοτάτων ἔργων διδάσκαλος καταστάς. περὶ μὲν τοίνυν Θηραμένους ἱκανά μοί ἐστι τὰ κατηγορημένα · ἥκει δʼ ὑμῖν ἐκεῖνος ὁ καιρός, ἐν ᾧ δεῖ συγγνώμην καὶ ἔλεον μὴ εἶναι ἐν ταῖς ὑμετέραις γνώμαις…
Lysias, Speeches
-
…αὐτὸν τὰ ὀνόματα ἀπογράψαι · οὕτω ἔρρωτο ἡ βουλὴ κακόν τι ἐργάζεσθαι αὐτὸν ὥστʼ οὐκ ἐδόκει αὐτοῖς ἅπαντα τἀληθῆ πω κατηγορηκέναι. τούτους μὲν οὖν ἅπαντας ἑκὼν ἀπογράφει, οὐδεμιᾶς αὐτῶν ἀνάγκης οὔσης. μετὰ τοῦτο προσαπογράφει ἑτέρους τῶν πολιτῶν .…
Lysias, Speeches
-
…αὐτούς. καὶ κινδυνεύει σοφός τις εἶναι, καὶ τὴν ἐμὴν ἀμαθίαν κατιδὼν ὡς διαφθείροντος τοὺς ἡλικιώτας αὐτοῦ, ἔρχεται κατηγορήσων μου ὥσπερ πρὸς μητέρα πρὸς τὴν πόλιν. καὶ φαίνεταί μοι τῶν πολιτικῶν μόνος ἄρχεσθαι ὀρθῶς · ὀρθῶς γάρ ἐστι…
Plato, Euthyphro
-
…ἐγνωκέναι. καὶ τότε ἤδη πρὸς τὰ γόνατά μου πεσοῦσα, καὶ πίστιν παρʼ ἐμοῦ λαβοῦσα μηδὲν πείσεσθαι κακόν, κατηγόρει πρῶτον μὲν ὡς μετὰ τὴν ἐκφορὰν αὐτῇ προσίοι, ἔπειτα ὡς αὐτὴ τελευτῶσα εἰσαγγείλειε καὶ ὡς ἐκείνη τῷ χρόνῳ πεισθείη…
Lysias, Speeches