κατηγγειωμένως
κατηγγειωμένως, by means of blood-vessels
κατηγγειωμένως, Adv. pf. part. Pass., (καταγγειόομαι)
- by means of blood-vessels, Sor. 1.73.
κατ·ηγγειωμένως, adv. avec épanchement dans, Sor. Obst. p. 111 Erm.
Étym. κ. ἀγγειόω.