κατωφέρεια
κατωφέρεια, propensity
κατωφέρ-εια, ἡ,
- propensity, πρὸς συνουσίαν Sch.D Il. 24.30, cf. Sch. A. Ch. 600; downward tendency, Eustr. in EN 60.3.
κατωφέρεια, ἡ, abschüssige Lage, Abhang, wie καταφέρεια.