κατωχράω Save Bailly 2024 Pape κατ·ωχράω-ῶ, c. le suiv. Anth. 10, 71. Étym. κ. ὠχρός. κατωχράω, = κατωχριάω ; κατωχρήσασα παρειάς Haced. 40 (X.71).