κατωφελής
κατωφελής, very useful
κατωφελής, ές, (ὄφελος)
- very useful, Thphr. CP 4.11.4.
κατ·ωφελής, ής, ές, très utile, Th. C.P. 4, 11, 4 conj.
Étym. κ. ὠφελέω.
κατωφελής, ές, sehr nützlich, Theophr., EM. für κατωτελής.