Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατωχεύει
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατωπία
κατωπιάω
κατωπός
κάτωρ
κατώρα
κατωραΐζομαι
κατώρης
κατωρθωμένως
κατωρίς
κατώρροπος
κατῶρυξ
κατωρύομαι
κατωρυχής
κατώρυχος
κατώτατος
κατωτάτω
κατωτερικός
κατώτερος
κατωτέρω
κατωτέρωθεν
κατωτίδες
κατώτιον
κατωτίς
κατωφαγᾶς
κατωφελής
κατωφέρεια
κατωφερής
κατωφορέω
κατώφορος
κατωχάνης
κατωχεύει
κατωχράω
κατωχριάω
καυάζοντα
καυαλέος
καύαξ
καυάξαις
Καῦδα
Καύδιον
καῦδος
καύεις
Καυή
καύηξ
καύης
καυθμός
καυκαλίας
καυκάλιον
καυκαλίς
καυκαλοειδής
καύκαλον
Καυκανιάδης
Καύκασα
Καυκάσιος
Καύκασις
Καυκασίς
Καύκασος
καύκη
καυκιάλης
καυκίδες
καυκίζομαι
καυκῖνος οἶνος
…
κατωχεύει
Save
LSJ
κατωχεύει·
πηδᾶ, ἐπικάθηται,
Hsch.
; cf.
κατοχεύω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}