Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατώρροπος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάτωθεν
κατωθέω
κατωκάρα
κατωμάδιος
κατωμαδίς
κατωμαδόν
κατώμαλος
κατώμηλος
κατωμίζω
κατωμίς
κατωμισμός
κατωμιστής
κάτωμος
κατωμοσία
κατωμοτικός
κατώμοτος
Κάτων
κατωνάκη
κατωνάκης
κατωνακοφόρος
κατῳνωμένος
κατωπία
κατωπιάω
κατωπός
κάτωρ
κατώρα
κατωραΐζομαι
κατώρης
κατωρθωμένως
κατωρίς
κατώρροπος
κατῶρυξ
κατωρύομαι
κατωρυχής
κατώρυχος
κατώτατος
κατωτάτω
κατωτερικός
κατώτερος
κατωτέρω
κατωτέρωθεν
κατωτίδες
κατώτιον
κατωτίς
κατωφαγᾶς
κατωφελής
κατωφέρεια
κατωφερής
κατωφορέω
κατώφορος
κατωχάνης
κατωχεύει
κατωχράω
κατωχριάω
καυάζοντα
καυαλέος
καύαξ
καυάξαις
Καῦδα
Καύδιον
καῦδος
…
κατώρροπος
Save
LSJ
κατώρροπος, ον,
= κατάρροπος,
Olymp.
in Phd.
p.244 N.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}