κατωτερικός
κατωτερικός, purgative
κατωτερικός, ή, όν, of medicines,
- purgative, Hp. Epid. 5.20, Gal. 10.527.
- II used as an enema, τροχίσκος Archig. ap. Aët. 9.42, cf. Cass.Fel. 48.
κατωτερικός, ή, όν [ᾰ] qui purge par le bas, Hpc. 1147e, etc.
Étym. κατώτερος.
κατωτερικός, herunterführend, abführend, φάρμακα Medic.