καχυπονόητος
καχυπο-νόητος, ον, = sq., cited in error by Poll. 2.57 from Pl. Phdr. 240e; v. καχυπότοπος.
καχ·υπονόητος, ος, ον, soupçonneux, Plat. (Poll. 2, 57).
Étym. κακός, ὑπονοέω.
καχυπονόητος, = καχυπόνοος ; Poll. 2.57 aus Plut.; a.Sp.