καψιδρώτιον
καψιδρώτιον, napkin
καψιδρώτιον, τό, (κάπτω, ἱδρώς)
- napkin or shirt, Com.Adesp. 325 (-όκιον male Hsch.).
καψ·ιδρώτιον, ου (τὸ) mouchoir pour la sueur, Com. (Poll. 3, 71).
Étym. κάπτω, ἱδρώς.
καψιδρώτιον, τό, Schweißeinschlucker (κάπτω), d.i. Schweißtuch, Poll. 7.71, vgl. Hesych.