Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καψάριος
καψάριος, capsarius
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάχλασμα
καχλασμός
κάχληξ
κἀχλίδων
καχνάζει
καχομιλία
καχόμιλος
καχορμισία
κάχρυ
καχρύδια
καχρυδιάζομαι
καχρυδίας
καχρύδιον
καχρυόεις
καχρυοφόρος
κάχρυς
καχρυφόρος
καχρύω
καχρυώδης
καχυπονόητος
καχυπόνοος
καχυπόπτης
καχύποπτος
καχυποτοπέομαι
καχυπότοπος
καχυποψία
κάψα
καψάκης
καψάκιον
καψάμενος
καψάριος
καψιδρώτιον
καψικήδαλος
καψικκίδαλος
καψικός
καψιπήδαλος
κάψις
καψοί
κάω
κβʹ
κγʹ
κδʹ
κε
κέ
κεʹ
κεάδας
Κεάδας
Κεάδης
κεάζω
κέαθοι
κεαίνω
κεάνωθος
κεάνωνος
κέαρ
κέαρνον
κέασμα
κέαται
κέατο
κεβαλή
Κέβης
κεβλή
…
καψάριος
Save
καψάριος, capsarius
LSJ
καψάριος, ὁ,
= Lat.
capsarius,
IG
3.1171.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}