κελαινώψ
κελαινώψ, black-faced, swarthy, gloomy
κελαιν-ώψ, ῶπος, ὁ, ἡ,
- swarthy, Κόλχοι Pi. P. 4.212.
κελαιν·ώψ, ῶπος (ὁ, ἡ) c. les préc. Pd. P. 4, 377.
κελαινώψ, ῶπος, = κελαινώπης, κελαινώπεσσι Κόλχοισιν, den schwarzen, Pind. P. 4.212.
κελαινώψ
- 1swarthy faced κελαινώπεσσι Κόλχοισιν P. 4.212
κελαινώψ
κελαιν-ώψ, ῶπος,
= κελαινώπας, Pind.