κεντητής
κεντητής, mosaic-worker
κεντ-ητής, οῦ, ὁ,
- mosaic-worker, Edict.Diocl. 7.6: generally, one who pierces, Tz. H. 9.466.
κεντητής, ὁ, = κεντητήρ, Tzetz.