κεράεις Save LSJ Bailly 2024 Pape κεράεις, f.l. for κερόεις, Nic. Al. 135. κεράεις, άεσσα, άεν, cornu, Nic. Al. 135. Étym. κέρας. κεράεις, εσσα, εν, gehörnt, Nic. Al. 135.