κεραίω
κεραίω, mix
κεραίω, Ep. for κεράω, radic. form of κεράννυμι, ζωρότερον δὲ κέραιε
- mix the wine stronger, Il. 9.203; ἀμβροσίην ἐκέραιον Q.S. 4.139:— Pass., ᾧ κα κεραίηται Schwyzer 321.3 (Delph., v B.C.); part. κεραιόμενος Emp. 35.8, Nic. Al. 178, 511.
κεραίω (impf. épq. κέραιον) c. κεράννυμι, Il. 9, 203.
κεραίω, = κεράννυμι, mischen ; ζωρότερον κέραιε, mische, Il. 9.203 ; so von Arist. poet. 25 zitiert ; v.l. κεραίνω u. κεραίρω ; sonst nur noch κεραιόμενον Nic. Al. 178, 511.
κεραίω
[κεράσιω. Cf. κερασ-, κεράννυμι.]
To mix (a bowl): [κρητῆρα] ζωρότερον κέραιε Il. 9.203.
κεραίω : see κεράννῡμι.
κεραίω,
Epic for κεράω
- ζωρότερον κέραιε, mix the wine stronger, Il.