κερασκόμη Save LSJ Bailly 2024 Pape κερασκόμη, ἡ, = κέρας VIII, Ps.-Dsc. 3.52, 120 codd. κερασ·κόμη, ης (ἡ) panais, plante potagère, Diosc. 3, 59. Étym. κέρας, κόμη. κερασκόμη, ἡ, Pastinak, Diosc.