κεράννυμι
κεράννυμι, to mix, mingle
- mix, mingle (diff. from μείγνυμι, v. κρᾶσις):
- 1 mostly of diluting wine with water, κερῶντάς τʼ αἴθοπα οἶνον Od. 24.364; κέρασσε δὲ νέκταρ ἐρυθρόν 5.93; κέρασον ἄκρατον Ar. Ec. 1123, cf. Th. 6.32: abs., τοῖς θεοῖς εὐχόμενοι κεραννύωμεν let us mix a cup of wine, Pl. Phlb. 61b; ἂν μὴ κεράσῃ τις Antiph. 85.2: c. dat. pers., give to drink, ἐν τῷ ποτηρίῳ ᾧ ἐκέρασε κεράσατε αὐτῇ διπλοῦν Apoc. 18.6:—Hom. mostly in Med., ὅτε περ . . οἶνον . . ἐνὶ κρητῆρι κέρωνται mix their wine in the bowl, Il. 4.260, cf. Od. 20.253; κρητῆρα κεράσσατο he mixed a bowl, 3.393, 18.423:—Pass., πῶς οὖν κέκραται [σκύφος]; E. Cyc. 557; κύλιξ ἴσον ἴσῳ κεκραμένη a cup mixed half and half, Ar. Pl. 1132; κεκρ. τρία καὶ δύο Id. Eq. 1187, cf. AP 11.137 (Lucill.).
- 2 temper, cool by mixing, θυμῆρες κεράσασα having mixed (the water) to an agreeable temperature, Od. 10.362.
- 3 generally, mix, blend, ἡδονὴν φθόνῳ Pl. Phlb. 50a; τοῖς ὀνόμασι τὰ ῥήματα Id. Sph. 262c; νοῦς μετʼ αἰσθήσεων κραθείς Id. Lg. 961d, cf. Ti. l.c.; πίστεως αἰσθήσει κεκραμένης Plot. 4.7.15; ἀγωγὴν ἐξ ἀμφοῖν κ. Phld. Acad.Ind. p.77 M.; [οὐσία] οὐκ ἀπὸ τῶν ἄκρων κραθεῖσα Jul. Or. 4.139a; of metals, ἀργυρίῳ πρὸς χαλκὸν κεκραμένῳ χρῆσθαι D. 24.214: metaph., temper, regulate, of climates, ὧραι κάλλιστα κεκρημέναι most temperate, Hdt. 3.106; ὧραι μετριώτατα κ. Pl. Criti. 111e; ἔαρ κ. τῇ ὥρᾳ X. Cyn. 5.5; [πλοῦτον] ἀρετᾷ κεκραμένον Pi. P. 5.2; οὐ γῆρας κέκραται γενεᾷ no old age is mingled with the race, i.e.it knows no old age, ib. 10.41, cf. O. 10(11).104; ἐν ταῖς εὖ κεκρ. πολιτείαις Arist. Pol. 1307b30; of tempers of mind, ἤθει γεννικωτέρῳ κεκρᾶσθαι Pl. Phdr. 279a; τοῖς ἤθεσιν . . τούτοις ἡ φύσις κεράννυται Alex. 278b (iii p.744 K.); of Music, ἁρμονίας ῥυθμοῖς κραθείσας Pl. Lg. 835b; τῆς εὖ κεκραμένης ἁρμονίας Arist. Pol. 1290a26; μετρίως κραθῆναι πρὸς ἄλληλα Pl. Phd. l.c.
- II compound, ἐκ τῶν ἐπιτηδευμάτων τὸ ἀνδρείκελον Id. R. 501b; οὐκ ἀπίθανον λόγον Id. Phdr. 265b; θεόσυτος ἢ βρότειος ἢ κεκραμένη; A. Pr. 116; φωνὴ μεταξὺ τῆς τε Χαλκιδέων καὶ Δωρίδος ἐκράθη Th. 6.5.
- III Gramm., in Pass., coalesce by crasis, τὸ ῥῆμα καὶ ὁ σύνδεσμος συναλοιφῇ κερασθέντα D.H. Comp. 22.
- IV multiply into, ὅταν ὁ τῆς δεκάδος λόγος τῷ τῆς ἑβδομάδος κερασθῇ Theol.Ar. 50.
1. in de juiste verhouding mengen tot een eenheid, spec. van vloeistoffen mengen, vermengen:
2. uitbr. combineren, samenstellen:
mischen, mengen, vermischen ; am gewöhnlichsten bei Hom. u. Folgdn von der Vermischung des dicken u. starken Weines mit Wasser, denn so gemischt wurde der Wein gewöhnlich getrunken ; κέρασσε δὲ νέκταρ ἐρυθρόν Od. 5.93 ; im med., κρητῆρα κερασσάμενος 7.179, 13.50, einen Mischkrug mischen, d.i. ihn mit gemischtem Wein anfüllen ; τὸν κρατῆρα κεραννύουσιν Hyperid. bei Ath. X.424d ; vgl. πῶς οὖν κέκραται ὁ σκύφος Eur. Cycl. 554 u. κύλικος ἴσον ἴσῳ κεκραμένης Ar. Plut. 1132, der Wein u. Wasser zu gleichen Teilen gemischt enthält ; ὅτε οἶνον ἐνὶ κρητῆρσι κέρωνται Il. 4.260 ; das praes. hat Hom. noch nicht ; κέρασον ἄκρατον Ar. Eccl. 1123 ; τοῖς θεοῖς εὐχόμενοι κεραννύωμεν Plat. Phil. 61b ; κρᾶμα κερασάμενος Tim.Locr. 95e ; οἶνος κερασθείς Xen. An. 5.4.29, v.l. κεραθείς, vgl. Anacr. 36.11 ; bei Sp. übh. einschenken, zu trinken geben. – Von andern Dingen, mischen, durch Mischung mildern ; vom Badewasser, Od. 10.362 ; πλοῦτον ἀρετᾷ κεκραμένον, Reichtum mit Tugend verbunden, Pind. P. 5.2, vgl. Ol. 11.109 ; κέκραται γῆρας ἱερᾷ γενεᾷ P. 10.41, das Alter naht sich dem Geschlecht ; θεόσυτος ἢ βρ ὀτειος ἢ κεκραμένη Aesch. Prom. 116 ; κεραννύντας ἡδονὴν φθόνῳ Plat. Phil. 50a ; ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται Prot. 320d ; ἐπειδὰν ταῦτα καλῶς καὶ μετρίως κραθῇ πρὸς ἄλληλα, im rechten Verhältnis zu einander gemischt, gehörig temperiert, Phaed. 86c ; νοῦς μετὰ τῶν καλλίστων αἰσθήσεων κραθείς Legg. XII.961d ; μετὰ χολῆς μελαίνης κερασθέν Tim. 85a ; φωνὴ μὲν μεταξὺ τῆς τε Χαλκιδέων καὶ Δωρίδος ἐκράθη Thuc. 6.5 ; κεκραμένος πρὸς χαλκὸν ἄργυρος Dem. 24.214 ; Sp., φύσει πρὸς πᾶσαν ἀρετὴν εὖ κεκραμένος, von Natur zu jeder Tugend befähigt, Plut. Num. 3.
3 sing. aor. κέρασσε Od. 3.390, Od. 5.93.
Nom. sing. fem. pple. κεράσασα Od. 10.362.
3 sing. aor. mid. κεράσσατο Od. 3.393, Od. 18.423.
Pple. κερασσάμενος Od. 7.179, Od. 13.50. From κέραμαι
3 pl. subj. mid. κέρωνται Il. 4.260.
(ἐγ-, ἐπι-.)
- 1
To mix, temper: θυμῆρες κεράσασα [ὕδωρ] Od. 10.362.
To mix (wine) with water.
In mid.: ὅτε οἶε οἶνον ἐνὶ κρητῆρι κέρωνται Il. 4.260.
Sim. in reference to nectar Od. 5.93.
- 2
To mix (a bowl): ἀνὰ κρητῆρα κέρασσεν οἴνου Od. 3.390 (ἀνά advbl.).
In mid. Od. 3.393, Od. 7.179=Od. 13.50, Od. 18.423.
- 1
Strong 2767
to mix, mingle, chiefly of the diluting of wine: Re 18:6; by oxymoron, κεκεράσμενος ἄκρατος, Re 14:10.†
- Ito mix, mingle, (cf. κρᾶσις):
- 1mostly of diluting wine with water, Od., Attic;—so in Mid., ὅτε περ οἶνον κέρωνται when they mix their wine, Il.; κρητῆρα κεράσσατο he mixed him a bowl, Od.:—Pass., κύλιξ ἴσον ἴσωι κεκραμένη a cup mixed half and half, Ar.
- 2to temper or cool by mixing, θυμῆρες κεράσασα having mixed (the water) to an agreeable temperature, Od.
- 3generally, to mix, blend, temper, regulate, Lat. tempero, of climates, ὧραι μάλιστα κεκραμέναι most temperate seasons, Hdt.; οὐ γῆρας κέκραται γενεᾶι no old age is mingled with the race, i. e. it knows no old age, Pind.:—of tempers of mind, Plat.
- IIgenerally, to mix, compound, Lat. attempero, ἔκ τινος of a thing, Plat.; φωνὴ μεταξὺ τῆς τε Χαλκιδέων καὶ Δωρίδος ἐκράθη Thuc.
-
…ἦλθεν εἱμαρμένος γενέσεως, τυποῦσιν αὐτὰ θεοὶ γῆς ἔνδον ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μείξαντες καὶ τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται. ἐπειδὴ δʼ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον, προσέταξαν Προμηθεῖ καὶ Ἐπιμηθεῖ κοσμῆσαί τε καὶ νεῖμαι δυνάμεις ἑκάστοις ὡς…
Plato, Protagoras
-
…δή ; δοκεῖ μοι ἀμείνων ἢ κατὰ τοὺς περὶ Λυσίαν εἶναι λόγους τὰ τῆς φύσεως, ἔτι τε ἤθει γεννικωτέρῳ κεκρᾶσθαι · ὥστε οὐδὲν ἂν γένοιτο θαυμαστὸν προϊούσης τῆς ἡλικίας εἰ περὶ αὐτούς τε τοὺς λόγους, οἷς νῦν ἐπιχειρεῖ ,…
Plato, Phaedrus
-
…στρατηγοὺς ἔγημεν Ἀγαρίστην Κλεισθένους ἔγγονον, ὃς ἐξήλασε Πεισιστρατίδας καὶ κατέλυσε τὴν τυραννίδα γενναίως καὶ νόμους ἔθετο καὶ πολιτείαν ἄριστα κεκραμένην πρὸς ὁμόνοιαν καὶ σωτηρίαν κατέστησεν. αὕτη κατὰ τοὺς ὕπνους ἔδοξε τεκεῖν λέοντα, καὶ μεθʼ ἡμέρας ὀλίγας ἔτεκε Περικλέα…
Plutarch, Pericles
-
…πτολέμῳ ἠδʼ ἀλλοίῳ ἐπὶ ἔργῳ ἠδʼ ἐν δαίθʼ, ὅτε πέρ τε γερούσιον αἴθοπα οἶνον Ἀργείων οἳ ἄριστοι ἐνὶ κρητῆρι κέρωνται. εἴ περ γάρ τʼ ἄλλοι γε κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ δαιτρὸν πίνωσιν, σὸν δὲ πλεῖον δέπας αἰεὶ ἕστηχʼ ,…
Homer, Iliad
-
…ἆ ἆ ἔα ἔα. τίς ἀχώ, τίς ὀδμὰ προσέπτα μʼ ἀφεγγής, θεόσυτος, ἢ βρότειος, ἢ κεκραμένη ; ἵκετο τερμόνιον ἐπὶ πάγον πόνων ἐμῶν θεωρός, ἢ τί δὴ θέλων ; ὁρᾶτε δεσμώτην με δύσποτμον θεόν τὸν…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ἣν ὁ Μίδας ἀνεῦρεν, ἦν ἔτι καὶ ἐς ἐμὲ ἐν ἱερῷ Διὸς καὶ κρήνη Μίδου καλουμένη · ταύτην οἴνῳ κεράσαι Μίδαν φασὶν ἐπὶ τὴν θήραν τοῦ Σιληνοῦ, ταύτην τε δὴ τὴν Ἄγκυραν εἷλον καὶ Πεσσινοῦντα ; τὴν ; ὑπὸ…
Pausanias, Description of Greece
-
…. ἀλλʼ ἕπεο προτέρω, ἵνα τοι πὰρ ξείνια θείω. ὥς ἄρα φωνήσασα θεὰ παρέθηκε τράπεζαν ἀμβροσίης πλήσασα, κέρασσε δὲ νέκταρ ἐρυθρόν. αὐτὰρ ὁ πῖνε καὶ ἦσθε διάκτορος ἀργεϊφόντης. αὐτὰρ ἐπεὶ δείπνησε καὶ ἤραρε θυμὸν ἐδωδῇ ,…
Homer, Odyssey
-
…ἦν παρὰ τὴν ὁδὸν κρήνη ἡ Μίδου καλουμένη τοῦ Φρυγῶν βασιλέως, ἐφʼ ᾗ λέγεται Μίδας τὸν Σάτυρον θηρεῦσαι οἴνῳ κεράσας αὐτήν. ἐντεῦθεν ἐξελαύνει σταθμοὺς δύο παρασάγγας δέκα εἰς Τυριάειον, πόλιν οἰκουμένην. ἐνταῦθα ἔμεινεν ἡμέρας τρεῖς. καὶ…
Xenophon, Anabasis
-
…ἐκέλευον πεμπέμεναι τὸν ξεῖνον, ἐπεὶ κατὰ μοῖραν ἔειπεν. καὶ τότε κήρυκα προσέφη μένος Ἀλκινόοιο · Ποντόνοε, κρητῆρα κερασσάμενος μέθυ νεῖμον πᾶσιν ἀνὰ μέγαρον, ὄφρʼ εὐξάμενοι Διὶ πατρὶ τὸν ξεῖνον πέμπωμεν ἑὴν ἐς πατρίδα γαῖαν. ὣς φάτο…
Homer, Odyssey
-
…ζάθεοί τε Κρήτας Διογενέτορες ἔναυλοι, ἔνθα τρικόρυθες ἄντροις βυρσότονον κύκλωμα τόδε μοι Κορύβαντες ηὗρον · βακχείᾳ δʼ ἀνὰ συντόνῳ κέρασαν ἁδυβόᾳ Φρυγίων αὐλῶν πνεύματι ματρός τε Ῥέας ἐς χέρα θῆκαν, κτύπον εὐάσμασι Βακχᾶν · παρὰ δὲ μαινόμενοι Σάτυροι ματέρος…
Euripides, Bacchae