κεραστός
κεραστός, mixed, mingled
κερασ-τός, ή, όν,
- mixed, mingled, APl. 16.83.
κεραστός, ή, όν, mêlé, mélangé, A. Pl. 4, 83.
Étym. vb. de κεράννυμι.
κεραστός, adj. verb. zu κεράννυμι.
κεραστός, ή, όν
κεράννυμι
- mixed, mingled, Anth.