κηδέστωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape κηδέστ-ωρ, ορος, ὁ, = κηδεμών I, Man. 4.514. κηδέστωρ, ορος (ὁ) curateur, tuteur, Man. 4, 514. Étym. κήδομαι. κηδέστωρ, ορος, ὁ, = κηδεμών, πάτρης, Maneth. 4.514.