Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηρίωμα
κηρίωμα, rheum in the eyes
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηρεσσιφόρητος
Κηρεύς
κηρία
κηριάζω
κηριάπτης
κηρίδιον
κηρίζω
κήρινδον
κηρίνη
κήρινθον
κήρινθος
Κήρινθος
κήρινος
κηριοειδής
κηριοελκός
κηριοκλέπτης
κηριολάριον
κηρίολος
κηρίον
κηριόομαι
κηριοποιός
κηρίς
κηρίτη
κηρίτης
κηρίτης λίθος
κηρῖτις
κηριτρεφής
κηρίφατοι
κηρίφατος
κηριώδης
κηρίωμα
κηρίων
κηρογονία
κηρογραφέω
κηρογραφία
κηρόγραφος
κηρογράφος
κηροδέτης
κηρόδετος
κηροδομέω
κηροδόχος
κηροειδής
κηρόθεν
κηρόθι
κηρόκλυστος
κηρομάρμαρος
κηρόμελι
κηρόν
κηρόομαι
κηροπαγής
κηροπάζουσα
κηρόπισσος
κηροπλαστέω
κηροπλάστης
κηροπλαστικός
κηρόπλαστος
κηροποιέω
κηροποιός
κηροπώλης
κηρός
κηροσσαίων
…
κηρίωμα
Save
κηρίωμα, rheum in the eyes
LSJ
κηρί-ωμα, ατος, τό,
rheum in the eyes,
S.
Fr.
715.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}