Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηρόν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηρίολος
κηρίον
κηριόομαι
κηριοποιός
κηρίς
κηρίτη
κηρίτης
κηρίτης λίθος
κηρῖτις
κηριτρεφής
κηρίφατοι
κηρίφατος
κηριώδης
κηρίωμα
κηρίων
κηρογονία
κηρογραφέω
κηρογραφία
κηρόγραφος
κηρογράφος
κηροδέτης
κηρόδετος
κηροδομέω
κηροδόχος
κηροειδής
κηρόθεν
κηρόθι
κηρόκλυστος
κηρομάρμαρος
κηρόμελι
κηρόν
κηρόομαι
κηροπαγής
κηροπάζουσα
κηρόπισσος
κηροπλαστέω
κηροπλάστης
κηροπλαστικός
κηρόπλαστος
κηροποιέω
κηροποιός
κηροπώλης
κηρός
κηροσσαίων
κηροτακίς
κηροτέχνης
κηροτρεφής
κηρότροφα
κηροτρόφος
κηρότροφος
κηρούει
κηρουλκός
κηρόφιν
κηροφορέω
κηροφόρον
κηροχίτων
κηρόχρως
κηροχυτέω
κηρόχυτος
κηρόω
κήρτεα
…
κηρόν
Save
LSJ
κηρόν·
λεπτόν, νοσερόν,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}