Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηρίδιον
κηρίδιον, honeycomb
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηπουργικός
κηπουρέω
κηπουρία
κηπουριακός
κηπουρικός
κηπουρός
κηποφύλαξ
κηπρίαρτος
κηπωρέω
κηπωρός
Κήρ
κῆρ
κήρ
κήρα
κηραίνω
κηραμύντης
κηράνθεμον
κηράνθεμος
κηραφίς
κηραχάτης
κηρεία
κηρέλαιον
κηρεμβροχή
κηρέσιος
κηρεσιφόρος
κηρεσσιφόρητος
Κηρεύς
κηρία
κηριάζω
κηριάπτης
κηρίδιον
κηρίζω
κήρινδον
κηρίνη
κήρινθον
κήρινθος
Κήρινθος
κήρινος
κηριοειδής
κηριοελκός
κηριοκλέπτης
κηριολάριον
κηρίολος
κηρίον
κηριόομαι
κηριοποιός
κηρίς
κηρίτη
κηρίτης
κηρίτης λίθος
κηρῖτις
κηριτρεφής
κηρίφατοι
κηρίφατος
κηριώδης
κηρίωμα
κηρίων
κηρογονία
κηρογραφέω
κηρογραφία
κηρόγραφος
…
κηρίδιον
Save
κηρίδιον, honeycomb
LSJ
κηρ-ίδιον, τό,
Dim. of
κηρίον,
honeycomb,
Aët.
5.137 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}