Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κήρινδον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηπουρία
κηπουριακός
κηπουρικός
κηπουρός
κηποφύλαξ
κηπρίαρτος
κηπωρέω
κηπωρός
Κήρ
κῆρ
κήρ
κήρα
κηραίνω
κηραμύντης
κηράνθεμον
κηράνθεμος
κηραφίς
κηραχάτης
κηρεία
κηρέλαιον
κηρεμβροχή
κηρέσιος
κηρεσιφόρος
κηρεσσιφόρητος
Κηρεύς
κηρία
κηριάζω
κηριάπτης
κηρίδιον
κηρίζω
κήρινδον
κηρίνη
κήρινθον
κήρινθος
Κήρινθος
κήρινος
κηριοειδής
κηριοελκός
κηριοκλέπτης
κηριολάριον
κηρίολος
κηρίον
κηριόομαι
κηριοποιός
κηρίς
κηρίτη
κηρίτης
κηρίτης λίθος
κηρῖτις
κηριτρεφής
κηρίφατοι
κηρίφατος
κηριώδης
κηρίωμα
κηρίων
κηρογονία
κηρογραφέω
κηρογραφία
κηρόγραφος
κηρογράφος
κηροδέτης
…
κήρινδον
Save
Pape
κήρινδον
, τό,
eine Sommerblume
; Arist.
H.A
. 9.40 ; Theophr. u. Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}