About Report a problem

Menu

κηρόπλαστος

κηρόπλαστος, moulded of wax, waxen

κηρόπλαστ-ος, ον, (πλάσσω)
  • moulded of wax, μελίσσης κ. ὄργανον S. Fr. 398.5: metaph., of a girl, AP 9.570 (Phld.).
      • 2 = κηρόδετος, δόναξ A. Pr. 574 (lyr.).

Saved

Recent