Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κησσόν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κηρυκίδης
κηρυκικός
κηρύκινος
κηρυκιοειδής
κηρύκιον
κηρυκιοφόρος
κήρυκος
κηρυκτής
κηρυκτικός
κηρυκτός
κηρυκώδης
κηρύλος
κήρυνος
κῆρυξ
κήρυξ
κήρυξις
κηρύσσω
κηρύττω
κηρώδης
κήρωμα
κηρωματικός
κηρωματιστής
κηρών
κήρωσις
κηρωτάριον
κηρωτή
κηρωτοειδής
κηρωτομάλαγμα
κηρωτός
κᾐς
κησσόν
κήτα
κῆται
κητεία
Κήτειοι
κήτειος
Κητεύς
κητεύω
κήτημα
κητήνη
κητία
κήτιον
κητόδορπος
κητοθηρεῖον
κητοθηρία
κητόομαι
κῆτος
κητοτρόφος
κητοφάγος
κητοφόνος
Κηττοί
Κητώ
κητώδης
κητώεις
κητῷος
κητῶος
κηὖ
κῆϋξ
κήϋξ
Κήϋξ
Κῆϋξ
…
κησσόν
Save
LSJ
κησσόν·
εὔοδμον,
Hsch.
(i.e.
κηῶεν
).
κήτα
, ἡ,
= καλαμίνθη,
Id.
(cf.
καιετάεις
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}