κλαμαρός Save LSJ Pape κλᾰμᾰρός, ά, όν, v.l. for κλαδαρός, AP 9.322 (Leon.), cf. Hsch. κλαμαρός, erkl. Hesych. πλαδαρός, ἀσθενής. S. auch κλαδαρός.