κλάζω
κλάζω, to make a sharp piercing sound
- make a sharp piercing sound:
- 1 of birds, scream, οὐκ ἴδον . ., ἀλλὰ κλάγξαντος (sc. ἐρῳδιοῦ) ἄκουσαν Il. 10.276; of starlings and daws, οὖλον κεκλήγοντες 17.756, etc.; γεράνου φωνὴν ἐνιαύσια κεκληγυίης Hes. Op. 449; of the eagle, Il. 12.207, S. Ant. 112 (lyr.), cf. OT 966, etc.
- 2 of dogs, bark, bay, οἱ μὲν κεκλήγοντες ἐπέδραμον Od. 14.30, cf. Ar. V. 929, X. ll.cc., etc.
- 3 of things, as of arrows in the quiver, clash, rattle, ἔκλαγξαν δʼ ἄρʼ ὀϊστοί Il. 1.46; of the wind, whistle, αἶψα γὰρ ἦλθε κεκληγὼς Ζέφυρος Od. 12.408; of wheels, creak, A. Th. 205 (lyr.): c. acc. cogn., κλάζουσι κώδωνες φόβον ring forth terror, ib. 386; τί νέον ἔκλαγε σάλπιγξ . . ἀοιδάν; B. 17.3 [Dith. 4.3]; of the sea, roar, ἔκλαγεν δὲ πόντος Id. 16.127; of the musician, κιθάρᾳ κλάζεις παιᾶνας μέλπων E. Ion 905 (lyr.); of Pan on his pipes, h.Pan. 14; κλάζεις μέλισμα λύρας (of the τέττιξ) AP 7.196 (Mel.).
- 4 of men, shout, scream, ὀξέα κεκληγώς Il. 2.222, 17.88: c. acc. cogn., shout aloud, ring forth, κλάζοντες Ἄρη A. Ag. 48 (anap.); γόον Id. Pers. 948 (lyr.); Ζεὺς ἔκλαγξε βροντάν pealed forth thunder, Pi. P. 4.23; also ἔκλαγξε κέαρ ὀλοαῖσι στοναχαῖς Id. Pae. 8.20.
- 5 less freq. of articulate sound, ἄλλο μῆχαρ . . μάντις ἔκλαγξεν shrieked forth another remedy, A. Ag. 201 (lyr.); Ζῆνα . . ἐπινίκια κλάζων sounding loudly the song of victory in honour of Z., ib. 174 (lyr.).
1. doordringend geluid maken, schreeuwen, krijsen:
2. met acc. v.h. inw. obj. luid laten horen:
tönen, rauschen, klingen ; bes. von unartikulierten Tönen, das verworrene Geschrei einer Menschenmenge, Il. 16.430 ; vom Schlachtgeschrei, ὀξέα κεκληγώς 17.87, vgl. 5.590, öfter ; auch von dem schimpfenden Thersites, ὀξέα κεκληγὼς λέγʼ ὀνείδεα 2.222 ; vom Schreien der Vögel, ὥστε ψαρῶν νέφος ἔρχεται ἠὲ κολοιῶν οὖλον κεκλήγοντες, ὅτε προίδωσιν ἰόντα κίρκον 17.755 ; von kämpfenden Geiern, 16.430, vgl. 10.276, 12.207 ; vom Schreien des Kranichs, Hes. O. 451 ; Soph. Ant. 112 vom Adler (wie Poll. 5.89); vgl. O.R. 966, Ant. 989 ; auch von Hunden, Od. 14.30, wie Ar. Vesp. 929 u. Theocr. 25.72, κεκλαγγυῖαι Xen. Cyn. 3.9, 6.23, vom Gerassel der Pfeile im Köcher. Il. 1.46 ; vom Rauschen des Windes, Od. 12.408 ; σύριγγες ἔκλαγξαν ἑλίτροχοι Aesch. Spt. 187 ; auch μάντις ἔκλαγξεν ἄλλο μῆχαρ χείματος, laut ausrufen, Ag. 194 ; ἔκλαγξε Τυδεύς, in der Schlacht, Eur. Phoen. 1151 ; σὺ δὲ κιθάρᾳ κλάζεις παιᾶνας μέλπων Ion 905 ; δεσμὰ πωλικῶν ἐξ ἀντύγων κλάζει σιδήρου Rhes. 568 ; sp.D., einzeln auch in Prosa. – Trans., ertönen lassen ; Ζεὺς ἔκλαγξε βροντάν, Zeus ließ den Donner ertönen, Pind. P. 4.23 ; vgl. Aesch. μέγαν ἐκ θυμοῦ κλάζοντες Ἄρη, Ag. 48 ; χαλκήλατοι κλάζουσι κώδωνες φόβον Spt. 368, sie lärmen Schrecken, sie lärmen u. flößen Schrecken ein ; ähnlich κλάγξω δʼ αὖ γόον ἀρίδακρυν ib. 909 ; κλάζεις μέλισμα Mel. 111 (VII.196), du läßt ein Lied ertönen.
Nom. dual pres. pple. κλάζοντε Il. 16.429.
3 pl. aor. ἔκλαγξαν Il. 1.46.
Pple. κλάγξας, -αντος Il. 10.276, Il. 12.207.
Pf. pple. κεκληγώς Il. 11.168, Il. 17.88 : Od. 12.408.
Thematic pf. pple. (in pres. sense) κεκλήγων (v.l. κεκληγώς) Il. 2.222, Il. 5.591, Il. 11.344, Il. 13.755.
Nom. pl. κεκλήγοντες (v.l. κεκληγῶτες) Il. 12.125, Il. 16.430, Il. 17.756, 759 : Od. 14.30.
Acc. κεκλήγοντας (v.l. κεκληγῶτας) Od. 12.256.
To utter or emit a sharp piercing sound.
- 1
Of the cry of birds : αἰετὸς κλάγξας πέτετο Il. 12.207. Cf. Il. 10.276, Il. 16.429, Il. 16.756.
- 2
Of the barking of dogs Od. 14.30.
- 3
Of the cry or shouting of men : ὣς οἱ κεκλήγοντες ὄρουσαν Il. 16.430. Cf. Il. 2.222, Il. 5.591 = Il. 11.344, Il. 11.168, Il. 12.125, Il. 13.755, Il. 17.88, 759 : κατήσθιε κεκλήγοντας Od. 12.256.
- 4
Of the singing of a high wind : ἦλθε κεκληγὼς ζέφυρος Od. 12.408.
- 5
Of the rattling of arrows striking against each other Il. 1.46.
- 1
- 1cry out of prophecy (v. Fraenkel on Agam. 156.) ἔκλαγξέ θʼ ἱερ[ ] δαιμόνιον κέαρ ὀλοαῖσι στοναχαῖς ἄφαρ, καὶ τοιᾷδε κορυφᾷ σάμαινεν λόγων of Kassandra? Πα. 8A. 10. ]πικρο[τά]ταν κλάγεν ἀγγε[λία]ν ζαμενε[ fr. 169. 34. in tmesis, “ἐπί οἱ ἔκλαγξε βροντάν” v. ἐπικλάζω P. 4.23
- 1to make a sharp piercing sound, of birds, to scream, screech, Il., Soph., etc.; of dogs, to bark, bay, Od., Ar.; of things, as of arrows in the quiver, to clash, rattle, Il.; of the wind, to whistle, Od.; of wheels, to creak, Aesch.; c. acc. cogn., κλάζουσι φόβον ring forth terror, Aesch.
- 2of men, to shout, scream, Il.:—the nearest approach to articulate sound is in Aesch., μάντις ἔκλαγξεν ἄλλο μῆχαρ shrieked forth another remedy; Ζῆνα ἐπινίκια κλάζων sounding loudly the victory-song of Zeus, Aesch.
-
…τε καὶ μάχην ἀψυχίᾳ. τοιαῦτʼ ἀυτῶν τρεῖς κατασκίους λόφους σείει, κράνους χαίτωμʼ, ὑπʼ ἀσπίδος δʼ ἔσω χαλκήλατοι κλάζουσι κώδωνες φόβον · ἔχει δʼ ὑπέρφρον σῆμʼ ἐπʼ ἀσπίδος τόδε, φλέγονθʼ ὑπʼ ἄστροις οὐρανὸν τετυγμένον · λαμπρὰ δὲ πανσέληνος…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…ἀντιόω πολέμοιο · αἶψα δʼ ἐλεύσομαι αὖτις ἐπὴν εὖ τοῖς ἐπιτείλω. ἦ ῥα, καὶ ὁρμήθη ὄρεϊ νιφόεντι ἐοικὼς κεκλήγων, διὰ δὲ Τρώων πέτετʼ ἠδʼ ἐπικούρων. οἳ δʼ ἐς Πανθοΐδην ἀγαπήνορα Πουλυδάμαντα πάντες ἐπεσσεύοντʼ, ἐπεὶ Ἕκτορος ἔκλυον…
Homer, Iliad
-
…δʼ ἔκλυε Φοῖβος Ἀπόλλων, βῆ δὲ κατʼ Οὐλύμποιο καρήνων χωόμενος κῆρ, τόξʼ ὤμοισιν ἔχων ἀμφηρεφέα τε φαρέτρην · ἔκλαγξαν δʼ ἄρʼ ὀϊστοὶ ἐπʼ ὤμων χωομένοιο, αὐτοῦ κινηθέντος · ὃ δʼ ἤϊε νυκτὶ ἐοικώς. ἕζετʼ ἔπειτʼ ἀπάνευθε νεῶν…
Homer, Iliad
-
…δʼ ἀργινόεντα διέδραμεν οὔρεα μακρά, πολλάκι δʼ ἐν κνημοῖσι διήλασε θῆρας ἐναίρων, ὀξέα δερκόμενος · τότε δʼ ἕσπερος ἔκλαγεν οἶον ἄγρης ἐξανιών, δονάκων ὕπο μοῦσαν ἀθύρων νήδυμον · οὐκ ἂν τόν γε παραδράμοι ἐν μελέεσσιν ὄρνις, ἥ…
NA, Homeric Hymns
-
…χρόνῳ. φεῦ φεῦ, τί δῆτʼ ἄν, ὦ γύναι, σκοποῖτό τις τὴν Πυθόμαντιν ἑστίαν ἢ τοὺς ἄνω κλάζοντας ὄρνεις, ὧν ὑφηγητῶν ἐγὼ κτενεῖν ἔμελλον πατέρα τὸν ἐμόν ; ὁ δὲ θανὼν κεύθει κάτω δὴ γῆς. ἐγὼ…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…Ἀργόθεν ἐκβάντα φῶτα πανσαγίᾳ φυγάδα πρόδρομον ὀξυτέρῳ κινήσασα χαλινῷ · ὃς ἐφʼ ἡμετέρᾳ γᾷ Πολυνείκους ἀρθεὶς νεικέων ἐξ ἀμφιλόγων ὀξέα κλάζων ἀετὸς εἰς γᾶν ὣς ὑπερέπτα, λευκῆς χιόνος πτέρυγι στεγανός, πολλῶν μεθʼ ὅπλων ξύν θʼ ἱπποκόμοις κορύθεσσιν. ξύν…
Sophocles, Antigone
-
…δισκήπτρου τιμῆς ὀχυρὸν ζεῦγος Ἀτρειδᾶν στόλον Ἀργείων χιλιοναύτην, τῆσδʼ ἀπὸ χώρας ἦραν, στρατιῶτιν ἀρωγὰν, μέγαν ἐκ θυμοῦ κλάζοντες Ἄρη τρόπον αἰγυπιῶν, οἵτʼ ἐκπατίοις ἄλγεσι παίδων ὕπατοι λεχέων στροφοδινοῦνται πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι, δεμνιοτήρη πόνον ὀρταλίχων ὀλέσαντες ·…
Aeschylus, Agamemnon
-
…. κουρότερος γὰρ ἀνὴρ μεθʼ ὁμήλικας ἐπτοίηται. φράζεσθαι δʼ, εὖτʼ ἂν γεράνου φωνὴν ἐπακούσῃς ὑψόθεν ἐκ νεφέων ἐνιαύσια κεκληγυίης · ἥ τʼ ἀρότοιό τε σῆμα φέρει καὶ χείματος ὥρην δεικνύει ὀμβρηροῦ · κραδίην δʼ ἔδακʼ ἀνδρὸς ἀβούτεω · δὴ…
Hesiod, Works and Days
-
…στύγους ; ὥστʼ ἐν γάλακτι θρόμβον αἵματος σπάσαι. οὔτοι μάταιον · ἀνδρὸς ὄψανον πέλει. ἡ δʼ ἐξ ὕπνου κέκλαγγεν ἐπτοημένη. πολλοὶ δʼ ἀνῇθον, ἐκτυφλωθέντες σκότῳ, λαμπτῆρες ἐν δόμοισι δεσποίνης χάριν · πέμπει τʼ ἔπειτα τάσδε κηδείους…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…ἐπενήνοθε λάχνη. ἔχθιστος δʼ Ἀχιλῆϊ μάλιστʼ ἦν ἠδʼ Ὀδυσῆϊ · τὼ γὰρ νεικείεσκε · τότʼ αὖτʼ Ἀγαμέμνονι δίῳ ὀξέα κεκλήγων λέγʼ ὀνείδεα · τῷ δʼ ἄρʼ Ἀχαιοὶ ἐκπάγλως κοτέοντο νεμέσσηθέν τʼ ἐνὶ θυμῷ. αὐτὰρ ὃ μακρὰ βοῶν Ἀγαμέμνονα νείκεε…
Homer, Iliad