κλυδάττομαι
κλυδάττομαι, to be tossed about
κλῠδ-άττομαι,
- = κλυδωνίζομαι, D.L. 5.66.
κλυδάττομαι [ῠ] att. c. κλυδάζομαι, DL. 5, 66.
κλυδάττομαι, = κλυδάζομαι, DL. 5.66.
κλυδάττομαι, to be tossed about