κνάμπτω
κνάμπτω, v. κνάπτω. κνάξ· γάλα λευκόν, Hsch.; cf. κναξζβί (cj. κνάξ) Thespis 4.
κνάμπτω, c. γνάμπτω, Philstr. V. Ap. p. 7, 12 dout.
κνάμπτω, altatt. = γνάμπτω.
κνάμπτω νεκναμ[ P. Oxy. 2445 fr. 9. 10.
κνάμπτω,
v. γνάμπτω.