Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κουφοξυλαία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κουσούλιον
Κουσσαῖον ἔθνος
κουστούμηνα
κουστουμηνᾶτον
κουστωδία
κούστωρ
κουτάλη
κούταρον
Κουφαγόρης
κουφεία
κουφηγός
κουφίζω
κουφικόν
κούφισις
κούφισμα
κουφισμός
κουφιστήρ
κουφιστικός
κουφογνώμων
κουφοδοξία
κουφόλιθος
κουφολογέω
κουφολογία
κουφολόγος
κουφόνοες
κουφόνοια
κουφόνοος
κουφόνους
κουφονόως
κουφόνωτος
κουφοξυλαία
κουφόπους
κουφόπτερος
κοῦφος
κουφόσκευος
κουφοσύνθετος
κουφοτέλεια
κουφότης
κουφοφορέομαι
κουφοφορέω
κουφόω
κούφως
κοφινηδόν
κοφίνιον
κοφινόομαι
κοφινοποιός
κόφινος
κοφινόω
κοφινώδης
κόφος
κοχλάδιον
κοχλαζοκύμων
κοχλάζω
κοχλακιστής
κοχλακώδης
κόχλαξ
κόχλασμα
κοχλιάζων
κοχλιάριον
κοχλίας
κοχλίδιον
…
κουφοξυλαία
Save
LSJ
κουφο-ξῠλαία or
-έα
, ἡ,
= χαμαιάκτη,
Orib.
Fr.
118.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}