κοχλάζω
κοχλάζω,
- = καχλάζω, Plu. Gen.Socr. 2.590f (κολάζειν codd.), Gloss.: aor. subj. κοχλάσῃ, of boiling water, PHolm. 3.1.
κοχλάζω, f.l. für καχλάζω, wie κόχλασμα.