κοχλακώδης
κοχλακώδης, gravelly
κοχλᾱκ-ώδης, ες,
- gravelly, Thphr. HP 9.9.6.
κοχλακώδης, ης, ες [ᾰ] plein de cailloux, Th. H.P. 9, 9, 6.
Étym. κόχλαξ, -ωδης.
κοχλακώδης, ες, dem κόχλαξ ähnlich, Theophr.