κόχλαξ
κόχλαξ, ᾱκος, ὁ,
- = κάχληξ, LXX 1 Ki. 14.14, Dsc. 2.70 (pl.), Apollod. Poliorc. 139.12.
- 2 = λίθος μυλίτης, Gal. 19.118.
κόχλαξ, ακος (ὁ) caillou, Diosc. 2, 75 ; 3, 151 ; Spt. 1 Reg. 14, 14.
Étym. cf. κάχληξ, κόχλος.
κόχλαξ, ακος, ὁ, = κάχληξ, Diosc.