Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόφος
κόφος, basket-load
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κουφοδοξία
κουφόλιθος
κουφολογέω
κουφολογία
κουφολόγος
κουφόνοες
κουφόνοια
κουφόνοος
κουφόνους
κουφονόως
κουφόνωτος
κουφοξυλαία
κουφόπους
κουφόπτερος
κοῦφος
κουφόσκευος
κουφοσύνθετος
κουφοτέλεια
κουφότης
κουφοφορέομαι
κουφοφορέω
κουφόω
κούφως
κοφινηδόν
κοφίνιον
κοφινόομαι
κοφινοποιός
κόφινος
κοφινόω
κοφινώδης
κόφος
κοχλάδιον
κοχλαζοκύμων
κοχλάζω
κοχλακιστής
κοχλακώδης
κόχλαξ
κόχλασμα
κοχλιάζων
κοχλιάριον
κοχλίας
κοχλίδιον
κοχλιοειδής
κοχλιοειδῶς
κοχλιοκογχύλιον
κοχλίον
κόχλιον
κοχλιός
κοχλίς
Κοχλίς
κοχλιώδης
κοχλιῶρυξ
κοχλιώρυχον
κοχλοειδής
κόχλος
κόχλω
κόχος
κοχύ
κόχυ
κοχυδέω
κοχύζω
…
κόφος
Save
κόφος, basket-load
LSJ
κόφος, ὁ, prob.
= κόφινος,
basket-load,
Arch.Pap.
5.381 (i A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}