κραμβαλίζω
κραμβαλίζω, loud laughter
κραμβᾰλίζω,
- = καπυρίζω, κατασείω, Hsch.:—but κραμβᾰλιαστύς, ἡ, loud laughter (to be read for χαραμβαλιαστύς), Id. (post χρᾷν). κραμβασπάρᾰγος, ὁ, = κραμβοσπάραγον, Gloss.
κραμβαλίζω, = καπυρίζω, Hesych.