About Report a problem

Menu

κραιπνός

κραιπνός, rapid, rushing

κραιπνός, ή, όν,
  • swift, rushing, Βορέης, θύελλαι, Od. 5.385, 6.171; πομποῖσιν ἅμα κραιπνοῖσι φέρεσθαι Il. 16.671, 681: in Hom. freq. ποσσὶ κραιπνοῖσι Il. 23.749, etc.; κραιπνῷ ποδί A. Pers. 95 (lyr.); πηδήμασιν κραιπνοῖσι S. Ichn. 213; κ. βέλος Pi. P. 4.90; κυλινδέσκοντο -ότεραι ἢ ἀνέμων στίχες, of the Symplegades, ib. 209; σθένει κραιπνοί Id. Fr. 133: metaph., hasty, rash, κραιπνότερος νόος, of a youth, Il. 23.590. Adv. -νῶς, ἀνόρουσε 10.162; προσεβήσετο 14.292; διέπτατο 15.83; θέομεν Od. 8.247: neut. pl. as Adv., κραιπνὰ ποσὶ προβιβάς 17.27; κ. διωκέμεν ἠδὲ φέβεσθαι Il. 5.223, etc.

Saved

Recent