κραμβασπάραγος Save LSJ Bailly 2024 Pape κραμβασπάραγος, ὁ, = κραμβοσπάραγον, Gloss. κραμβ·ασπάραγος, ου (ὁ) [ᾰρᾰ] sorte de plante, Geop. 12, 1, 2. Étym. κράμβη, ἀσπάραγος. κραμβασπάραγος, ὁ, ein Gewächs, Geop.