κροκωτοφορέω
κροκωτοφορέω, wear the κροκωτός, a saffron-colored garment
κροκωτοφορ-έω,
- wear the κροκωτός, Ar. Lys. 44, 219.
κροκωτοφορέω-ῶ, porter une tunique jaune, Ar. Lys. 219 ; Ath. 565b.
Étym. κροκωτοφόρος.
κροκωτοφορέω, einen κροκωτός, ein saffranfarbiges Prachtkleid, tragen, Ar. Lys. 219, 220.