κροκωτίδιον
κροκωτίδιον, saffron-colored robe
κροκ-ωτίδιον, τό,
- Dim. of κροκωτός 2, Ar. Lys. 47, Ec. 332.
κροκωτίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. de κροκωτός, Ar. Lys. 47, Eccl. 332.
κροκωτίδιον, τό, dim. zu κροκωτός, Ar. Lys. 47, Eccl. 332.